Γιατί τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ δεν ευτύχησαν στο σινεμά

Ακόμη κι αν ο Φίλιπ Ροθ είχε ανακοινώσει επίσημα ότι σταματά να γράφει το 2012 έξι χρόνια πριν αποβιώσει στις 22 Μαΐου του 2018, ο θάνατος του δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως μια τεράστια απώλεια για τον κόσμο της λογοτεχνίας. Συνήθως το έργο συγγραφέων του δικού του μεγέθους διαχέεται με επιτυχία και συχνότητα σε διαφορετικά πεδία της ποπ ή όχι κουλτούρας, με πρώτο φυσικά το σινεμά, αλλά στην δική του περίπτωση, η σχέση του με τον κινηματογράφο δεν υπήρξε ακριβώς ιδανική.

Η αλήθεια είναι ότι ο Φίλιπ Ροθ ακόμη κι αν δεν ήταν ένας από εκείνους τους σνομπ λογοτέχνες που δεν απολαμβάνουν τις πιο ελαφρές πτυχές της ζωής και της κουλτούρας, (αγαπούσε το μπέιζμπολ και τα χυδαία αστεία, τις εκπομπές στο ραδιόφωνο), ήταν μάλλον αντίθετος με την κυρίαρχη θέση που ο κινηματογράφος έχει πάρει στον σύγχρονο πολιτισμό. Σε μια συνέντευξή του στο London Review of Books για παράδειγμα μιλούσε για το πόσο απογοητευτικό είναι το ότι «μιλάμε με θέρμη για δεύτερης διαλογής ταινίες» αντί να ασχολούμαστε πιο σοβαρά με την λογοτεχνία. Κι όπως έγραφε στο σημείωμα μιας επανέκδοσης του «Goodbye, Columbus» οι προτεραιότητές του είχαν χτιστεί σε αντίθεση των επίκαιρων φαινομένων της ποπ κουλτούρας όπως το περιοδικό Life, η λίστες με τα best seller και το Χόλιγουντ.

Philip Roth 607

Πιθανότατα είχε να κάνει με το ότι ο ίδιος δεν είχε δει τις σωστές ταινίες, συνδέοντας το σινεμά μόνο με τις «movies», ή με το ότι οι μεταφορές των δικών του βιβλίων στο σινεμά, στις οποίες ποτέ δεν έφερε ιδιαίτερη αντίσταση, δεν υπήρξαν οι ταινίες που θα άξιζαν στα βιβλία του.

Στην διάρκεια της ζωής του, πρόλαβε να δει οχτώ από τις ιστορίες του να μεταφέρονται στην οθόνη. Το «Goodbye, Columbus» το 1969 από τον Λάρι Πιρς, το «Portnoy’s Complaint» από τον Ερνεστ Λέμαν το 1972, το «The Human Stain» το 2003 από τον Ρόμπερτ Μπέντον, το «Elegy» το 2008 από την Ιζαμπέλ Κοσέτ, το «The Humbling» το 2014 από τον Μπάρι Λέβινσον, το «American Pastoral» από τον Γιούαν Μακ Γκρέγκορ και το «Indignation» από τον Τζέιμς Σέιμους και τα δύο το 2016 καθώς και το «Ghostwriter» του Τρίσταμ Πάουελ γυρισμένο για το PBS στο οποίο μάλιστα ο ίδιος είχε συνεργαστεί στην συγγραφή της τηλεοπτικής διασκευής του. Το 1960 τέλος το φιλμ του Τζόελ Ραπ «Battle of Blood Island» ήταν βασισμένο σε ένα διήγημα που ο Ροθ είχε δημοσιεύσει δυο χρόνια νωρίτερα στο Esquire με τίτλο «Expect the Vandals».

goodbye colombus 607Goodbye, Columbus

Αρκετές από αυτές τις ταινίες είναι αξιοπρόσεκτες, πολλές συγκεντρώνουν εξαιρετικά ταλαντούχους συνεργάτες μπρος και πίσω από την κάμερα, μα όλες υποφέρουν από ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα: Καμιά δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την βαριά σκιά που έριχνε το πρωτότυπο υλικό, καμιά δεν κατόρθωσε να αποδώσει την πολυπλοκότητα, την εσωτερικότητα, τις αποχρώσεις του λογοτεχνικού του κόσμου στην οθόνη.

Τα βιβλία του Ροθ έχουν στο κέντρο τους ιδέες και χαρακτήρες είναι αυτά που ωθούν τις ιστορίες τους που μαγνητίζουν τον θεατή οι περισσότερες από αυτές τις μεταφορές τους ξύνουν απλά την επιφάνεια του βάθους τους δίνοντας το βάρος τους στην πλοκή. Οι σελίδες των βιβλίων, έδιναν στον Ροθ την δυνατότητα να επεκτείνει και να εμβαθύνει, η περιορισμένη διάρκεια των ταινιών σήμαινε ότι αυτά που κάνουν το έργο του σαγηνευτικό στον αναγνώστη, ήταν εκείνα που θα στερείτο πρώτα ο θεατής.

Κι αν το παραπάνω ισχύει για κάθε μεταφορά κάθε σπουδαίου και μεγάλου σε μέγεθος βιβλίου (η «λαϊκή σοφία» λέει πως είναι καλύτερα να επεκτείνεις ένα διήγημα στο σινεμά παρά να συντομεύεις ένα μυθιστόρημα), μοιάζει να είναι ακόμη πιο κρίσιμο στα βιβλία του Ροθ των οποίων το ύφος είναι ευμετάβλητο, βαθιά προσωπικό και συλλογικό μαζί, κατορθώνοντας να ψηλαφίσει κάτι από την πολύπλοκη εμπειρία της ζωής των σκοπέλων των δραμάτων και των φωτεινών στιγμών της, συχνά στο πλαίσιο περισσότερων από ένα βιβλία.

Portnoy's Complaint 607Portnoy’s Complaint

Ο ίδιος ο Ροθ δεν ήταν ευχαριστημένος με καμιά από τις ταινίες που προέκυψαν από το έργο του, τουλάχιστον όσες είχε δει, αν και η αλήθεια είναι ότι το σινεμά δεν ήταν κάτι που απολάμβανε ιδιαίτερα, ακόμη κι αν για ένα μικρό χρονικό διάστημα, είχε ασκήσει το επάγγελμα του κινηματογραφικού κριτικού. Από τον Ιούνιο του 1957 μέχρι την άνοιξη του 1958 ο Ροθ έγραφε κριτικές για ταινίες αλλά και για την τηλεόραση στο The New Republic τις περισσότερες φορές δίχως καν να αναγράφει το όνομα των σκηνοθετών της κάθε ταινίας στο κείμενο της κριτικής του. Για τον ίδιο, το μεγαλύτερο κέρδος από αυτή την περίοδο της καριέρας του ήταν τα 25 δολάρια που πληρωνόταν για κάθε κείμενο και τα οποία τον βοήθησαν τελικά να αγοράσει το πρώτο του μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.

Αν μη τι άλλο, ακόμη κι εκείνος δεν θα μπορούσε να αρνηθεί ότι το σινεμά έστω και με αυτόν τον έμμεσο τρόπο του ήταν τελικά χρήσιμο.

Philip Roth 607

http://flix.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s